Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΥΓΕΙΑΣ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ ΤΩΝ ΠΙΕΡΙΩΝ




 Το δάσος των Πιερίων έχει μεγάλη σημασία για το Βελβεντό και επομένως είναι δικαιολογημένος ο προβληματισμός και οι ανησυχίες του κόσμου όταν διαπιστώνονται προβλήματα υγείας όπως οι ζημιές από τις εξάρσεις του πληθυσμού της πευκοκάμπιας και οι νεκρώσεις της πεύκης που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια.
Οι εξάρσεις στον πληθυσμό της πευκοκάμπιας εμφανίζονται κυρίως στις φυσικές αναδασώσεις με μαύρη πεύκη πάνω από το Παλαιογράτσανο (Μαυράχη) και την Αγ. Κυριακή. Οφείλονται στα θερμά και ξηρά έτη, στο υποβαθμισμένο περιβάλλον και την μη αποκατάσταση της φυσικής ισορροπίας (απουσία των εχθρών της πευκοκάμπιας) στις περιοχές αυτές. Ακόμα όμως και το ολικό φάγωμα των βελονών δεν προκαλεί παρά μόνο μια μείωση στην αύξηση των δέντρων και όχι τη νέκρωσή τους, γιατί με τη νέα αυξητική περίοδο (τέλος της άνοιξης) τα δέντρα αποκτούν νέο φύλλωμα, επιβιώνουν και σιγά-σιγά ανακάμπτουν.
Οι νεκρώσεις της δασικής πεύκης (λιάχας) που εμφανίζονται στην περιοχή του δάσους Καταφυγίου από τα τέλη της 10ετίας του 1970, κυρίως όμως τις αρχές της 10ετίας του 1980, προκαλούνται μεν από διάφορα φλοιοφάγα έντομα (πρόκειται κυρίως για τα είδη Ips acuminatus και Ips sexdentatus), αλλά τα έντομα αυτά είναι δευτερογενή και προσβάλλουν μόνο δέντρα εξασθενημένα. Σε μεγάλους όμως πληθυσμούς μπορούν να προσβάλλουν και φαινομενικά υγιή δέντρα.
Ως αιτία της εξασθένησης, δεν συμμερίζομαι την άποψη ότι αυτή οφείλεται κυρίως στην ασθένεια που προκαλείται από το μύκητα Endocronartium (=Peridermium) pini, γιατί η ασθένεια αυτή προκαλεί, μετά από αρκετά χρόνια, νέκρωση της κορυφής και σπανιότερα, όταν βρίσκεται πολύ χαμηλά στον κορμό, νέκρωση μεμονωμένων δέντρων. Εξάλλου, μεταξύ των νεκρών δέντρων, το ποσοστό αυτών που έχουν τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της προσβολής είναι πολύ μικρό. Ούτε επίσης η εμφάνιση νεκρώσεων σε μεγάλες ομάδες και μικρές συστάδες μπορεί να αποδοθεί στην ασθένεια.
Όπως σε όλη την Ελλάδα, που κύρια αιτία των νεκρώσεων των τελευταίων 10ετιών, είναι η εξασθένηση των δέντρων από την ξηρασία και στη συνέχεια η προσβολή τους από τα φλοιοφάγα έντομα, έτσι και στο δάσος Καταφυγίου η ξηρασία παίζει μεγάλο ρόλο. Αλλά δεν είναι ο μόνος παράγοντας που συμβάλει στην εξασθένηση των δέντρων.
Η δασική πεύκη είναι πρόδρομο είδος και εγκαθίσταται πολύ εύκολα σε μη καλλιεργημένες εκτάσεις και κάθε διάκενο του δάσους. Με την πάροδο όμως των ετών και όσο οι δημιουργούμενες από αυτήν συστάδες γίνονται πυκνότερες, αρχίζει να υποχωρεί, γιατί έχει μεγάλες απαιτήσεις σε φως και αντικαθίσταται από την περισσότερο σκιανθεκτική μαύρη πεύκη και αργότερα, στο δάσος των Πιερών, από την ελάτη. Εξάλλου σύμφωνα με το διάγραμμα γύρης (Γερασιμίδης και Παναγιωτίδης, 2007) η ελάτη εμφανίζονταν παλαιότερα στην περιοχή αυτή σε πολύ μεγάλο ποσοστό.
Επίσης, στα Πιέρια η δασική πεύκη βρίσκεται στο νοτιότερο όριο εξάπλωσής της στην Ευρώπη, πράγμα που σημαίνει ότι το περιβάλλον είναι οριακά κατάλληλο για το είδος αυτό, με αποτέλεσμα η χειροτέρευση ενός παράγοντα (π.χ. ξηρασία) να έχει μεγαλύτερες επιπτώσεις.
Τέλος, οι νεκρώσεις παρατηρούνται κυρίως σε νεαρές και μέσης ηλικίας συστάδες που προήλθαν από φυσική αναδάσωση μετά την καταστροφή του Καταφυγίου από τους Γερμανούς το 1943 και την εγκατάλειψή του από τους κατοίκους. Πρόκειται για έντονα υποβαθμισμένα εδάφη από την πολυετή γεωργική εκμετάλλευση και τη βόσκηση.
Έχουμε δηλαδή φυσικές αναδασώσεις ενός πρόδρομου είδους στο νοτιότερο όριο εξάπλωσής του και σε υποβαθμισμένα εδάφη, έτσι ώστε η κάθε περίοδος ξηρασίας να προκαλεί εντονότερη, από ότι συνήθως, εξασθένηση των δέντρων, με αποτέλεσμα αυτά να προσβάλλονται και νεκρώνονται από τα διάφορα φλοιοφάγα έντομα. Επειδή μάλιστα πρόκειται κυρίως για νεαρές και μέσης ηλικίας συστάδες, χωρίς ακόμα ισχυρή φυσική ισορροπία, οι εξάρσεις στον πληθυσμό των εντόμων διατηρούνται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ότι συνήθως.
Επειδή σε όλα τα διάκενα που δημιουργούνται από τις νεκρώσεις υπάρχει πλούσια αναγέννηση, σε αρκετές μάλιστα περιπτώσεις διαπιστώθηκε και η είσοδος της ελάτης, το δάσος δεν κινδυνεύει. Αντίθετα μάλιστα, με τη μετατροπή των ομήλικων αμιγών συστάδων σε ανομήλικες μικτές συστάδες, αυξάνει η βιοποικιλότητα, βελτιώνεται η φυσική ισορροπία και το οικοσύστημα γίνεται σταθερότερο.
Στέφανος Μαρκάλας
Καθηγητής του Α.Π.Θ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου